Οι ελληνικές ακτοπλοϊκές εταιρείες αναζητούν περίπου 100 εκατ. ευρώ κρατική στήριξη για την κάλυψη του κόστους καυσίμων της χειμερινής σεζόν, καθώς οι φορείς του κλάδου προειδοποιούν ότι τα έξοδα καυσίμων σε γραμμές που εξυπηρετούν τα νησιά του Αιγαίου έχουν αυξηθεί απότομα από την αρχή του έτους.
Το αίτημα, που διατυπώθηκε από τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας, έρχεται καθώς ο πρόεδρος του φορέα, Διονύσης Θεοδωράτος, παρέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία αύξησης κόστους ανά γραμμή, δείχνοντας ότι τα έξοδα καυσίμων σε ορισμένα νησιωτικά δρομολόγια έχουν πάνω από διπλασιαστεί μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των χειμερινών δρομολογίων προς μικρότερα νησιά.
Το Κόστος Καυσίμων Ανεβαίνει στις Νησιωτικές Γραμμές
Τα ελληνικά πλοία της ακτοπλοΐας αποτελούν τον κύριο συγκοινωνιακό κρίκο για δεκάδες νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, πολλά από τα οποία εξαρτώνται αποκλειστικά από τις θαλάσσιες συνδέσεις για επιβάτες, τρόφιμα και άλλα βασικά αγαθά κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν οι αεροπορικές συνδέσεις είναι περιορισμένες ή ανύπαρκτες. Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας εκπροσωπεί τις εταιρείες που εκτελούν αυτά τα δρομολόγια, τα οποία συχνά είναι εμπορικά οριακά αλλά θεωρούνται υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας.
Σύμφωνα με τον κ. Θεοδωράτο, ένα δρομολόγιο Ραφήνα-Μύκονος κόστιζε περίπου 19.000 ευρώ σε καύσιμα τον Ιανουάριο, ενώ σήμερα το κόστος έχει ανέβει στις 40.000 ευρώ περίπου. Ανέφερε ότι το κόστος στη γραμμή Πειραιάς-Ρόδος, μέσω Πάτμου, Λέρου και Κω, έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά την ίδια περίοδο, αν και τα πλήρη συγκριτικά στοιχεία δεν αναφέρονταν αναλυτικά στα διαθέσιμα δημοσιεύματα.
Αυξάνεται η Πίεση του Κλάδου προς την Κυβέρνηση
Ο κ. Θεοδωράτος δήλωσε ότι η πρόκληση για την κυβέρνηση πλέον είναι να μετατρέψει τα στοιχεία κόστους σε συγκεκριμένη πολιτική, ώστε τα πλοία να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τις νησιωτικές γραμμές καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα, παρά την οικονομική πίεση που δέχονται οι εταιρείες. Το αίτημα του συνδέσμου στοχεύει στην εξασφάλιση χρηματοδότησης πριν από το χειμερινό δρομολόγιο, όταν η μειωμένη επιβατική κίνηση καθιστά τις γραμμές ακόμη λιγότερο εμπορικά βιώσιμες για τις εταιρείες που επωμίζονται το αυξημένο κόστος καυσίμων.
Η πίεση από το κόστος καυσίμων προστέθηκε σε μια δύσκολη αρχή Οκτωβρίου για την ελληνική ακτοπλοΐα. Τα δρομολόγια από Πειραιά, Ραφήνα και Λαύριο ανεστάλησαν για αρκετές συνεχόμενες ημέρες αυτή την εβδομάδα λόγω ισχυρών ανέμων που έφτασαν τα 9 μποφόρ στον Αργοσαρωνικό, με μόνο τα συμβατικά πλοία να επιτρέπεται να εκτελούν δρομολόγια, ενώ τα υδροπτέρυγα παρέμειναν δεμένα.
Το Ευρύτερο Πλαίσιο της Αγοράς Καυσίμων
Οι πιέσεις στο εγχώριο κόστος καυσίμων της ακτοπλοΐας αντικατοπτρίζουν την ευρύτερη μεταβλητότητα στις παγκόσμιες αγορές καυσίμων. Το αργό πετρέλαιο τύπου Brent διαπραγματευόταν στα 100,79 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Οκτωβρίου, αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη ανοδική πίεση που συνδέεται με τη διαταραχή στο Στενό του Ορμούζ, η οποία έχει περιορίσει τις διελεύσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου από ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία συμφόρησης στον κόσμο από τότε που κλιμακώθηκε η σύγκρουση.
Για τους έλληνες ακτοπλόους, των οποίων τα πλοία λειτουργούν με ναυτιλιακά καύσιμα τιμολογημένα βάσει των ίδιων διεθνών δεικτών αναφοράς, η αύξηση τιμών λόγω Ορμούζ έχει μεταφραστεί άμεσα σε υψηλότερο λειτουργικό κόστος ανά δρομολόγιο, πέρα από τις συνήθεις εποχιακές διακυμάνσεις. Εκπρόσωποι του κλάδου υποστηρίζουν ότι χωρίς κρατική παρέμβαση, οι εταιρείες ενδέχεται να αναγκαστούν να μειώσουν τις συχνότητες ή να αυξήσουν τα ναύλα σε γραμμές που εξυπηρετούν μικρότερα, λιγότερο πυκνοκατοικημένα νησιά.
Γιατί έχει σημασία
Τα δρομολόγια της ακτοπλοΐας αποτελούν ζωτικής σημασίας σύνδεση για τις νησιωτικές κοινότητες της Ελλάδας, και ένα παρατεταμένο σοκ στο κόστος καυσίμων απειλεί τόσο τη συχνότητα όσο και την οικονομική προσιτότητα των χειμερινών συνδέσεων προς δεκάδες προορισμούς του Αιγαίου. Η έκβαση του αιτήματος χρηματοδότησης του κλάδου θα αποτελέσει δοκιμασία για το πώς η Αθήνα ισορροπεί τη στήριξη ενός εμπορικά πιεσμένου αλλά κοινωνικά απαραίτητου δικτύου μεταφορών με τους ευρύτερους δημοσιονομικούς περιορισμούς, ενώ παράλληλα αναδεικνύει πώς η μεταβλητότητα της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου λόγω της κρίσης στο Ορμούζ διαχέεται στο εγχώριο κόστος ναυτιλίας, μακριά από τον Κόλπο.


